Αγορές

Σκοτ Μπέσεντ και Κέβιν Γουορς χάνουν την εμπιστοσύνη της Wall Street


Διολισθαίνει η εμπιστοσύνη των αγορών στην οικονομική διαχείριση της κυβέρνησης Τραμπ, καθώς οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων παραμένουν υψηλές και οι επενδυτές ανησυχούν για τον πληθωρισμό, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τις πολιτικές παρεμβάσεις στο υπουργείο Οικονομικών και τη Fed, τους δύο βασικούς θεσμούς που στηρίζουν τη λειτουργία του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Στο επίκεντρο βρίσκονται ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και ο πρόεδρος της Fed Κέβιν Γουόρς, δύο πρόσωπα που αρχικά είχαν αντιμετωπιστεί από τη Wall Street ως επιλογές με την απαιτούμενη εμπειρία και αξιοπιστία για τη διαχείριση της αμερικανικής οικονομίας. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, έχει αρχίσει να αλλάζει, καθώς οι κινήσεις του υπουργείου Οικονομικών και οι ασαφείς τοποθετήσεις της Fed για τον πληθωρισμό και τα επιτόκια δημιουργούν ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα και την ανεξαρτησία της οικονομικής πολιτικής.

Η αμφισβήτηση για το υπουργείο Οικονομικών δεν ξεκίνησε τώρα. Από τις πρώτες κινήσεις του Μπέσεντ στην κυβέρνηση, η απόφαση να δοθεί στην ομάδα DOGE πρόσβαση στο ευαίσθητο σύστημα πληρωμών του υπουργείου, μέσω του οποίου πραγματοποιούνται ετησίως πληρωμές περίπου 6 τρισ. δολαρίων, προκάλεσε ανησυχίες. Ακολούθησε η απόφαση να επιτραπεί στην αμερικανική φορολογική υπηρεσία να διαβιβάζει εμπιστευτικά φορολογικά στοιχεία στις υπηρεσίες μετανάστευσης, κινήσεις που αμφισβητήθηκαν δικαστικά.

Το στοίχημα των ομολόγων

Νέα ανησυχία προκάλεσε η απόφαση του υπουργείου Οικονομικών να αυξήσει τις επαναγορές μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων, με στόχο να περιοριστούν οι αποδόσεις τους και κατ’ επέκταση το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η κίνηση πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο, κατά την οποία οι αποδόσεις των αμερικανικών τίτλων είχαν ήδη αυξηθεί σημαντικά, ενώ η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Η παρέμβαση, όμως, δεν απέδωσε όπως αναμενόταν. Οι αποδόσεις των ομολόγων υποχώρησαν αρχικά, αλλά στη συνέχεια κινήθηκαν εκ νέου ανοδικά. Η αγορά εκτίμησε ότι οι επαναγορές είναι πολύ περιορισμένες για να αντισταθμίσουν τις ισχυρές δυνάμεις που ωθούν τις αποδόσεις υψηλότερα: τον επίμονο πληθωρισμό, τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και την αυξανόμενη έκδοση εταιρικού χρέους, μεταξύ άλλων για τη χρηματοδότηση επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, ενισχύεται η ανησυχία για τον κίνδυνο που συνεπάγεται μια πιθανή υποχώρηση της αξιοπιστίας της αμερικανικής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Στο μικροσκόπιο η Fed

Ανάλογες πιέσεις αντιμετωπίζει και ο Γουόρς, καθώς η Fed καλείται να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, ενώ ο Τραμπ πιέζει δημόσια για χαμηλότερα επιτόκια. Η πρόσφατη συνέντευξη Τύπου του προέδρου της κεντρικής τράπεζας ενίσχυσε την αβεβαιότητα για το πώς ακριβώς προτίθεται να κινηθεί η Fed, ενώ αναφορές του Γουόρς για πιθανή αλλαγή του βασικού δείκτη μέτρησης του πληθωρισμού δημιούργησαν φόβους ότι μπορεί να υπάρξει χαλάρωση της δέσμευσης για την αντιμετώπιση των αυξήσεων των τιμών.

Οι αγορές έχουν ήδη αντιδράσει στην αβεβαιότητα. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων έχουν ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης για το αμερικανικό Δημόσιο, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Την ίδια στιγμή, οι δημόσιες παρεμβάσεις του Τραμπ υπέρ χαμηλότερων επιτοκίων και οι προσπάθειές του να απομακρύνει μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Fed έχουν ενισχύσει τις ανησυχίες για την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν πλέον και οι θέσεις που είχε διατυπώσει ο Γουόρς πριν αναλάβει την ηγεσία της Fed, σχετικά με την επανεξέταση της συμφωνίας του 1951 μεταξύ του υπουργείου Οικονομικών και της Fed. Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε θεμέλιο της σύγχρονης ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας, επιτρέποντάς της να καθορίζει τη νομισματική πολιτική, χωρίς να υποχρεώνεται να διατηρεί χαμηλά τα επιτόκια για τη διευκόλυνση της κρατικής χρηματοδότησης.

Ο Γουόρς είχε υποστηρίξει ότι ορισμένες αρμοδιότητες θα μπορούσαν να επιστρέψουν στο υπουργείο Οικονομικών, μεταξύ άλλων αποφάσεις για τα στοιχεία που διακρατεί η Fed στον ισολογισμό της και για το πότε και πώς αυτά αγοράζονται ή πωλούνται. Η πρόταση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σήμερα, καθώς το υπουργείο Οικονομικών επιχειρεί να επηρεάσει τις συνθήκες στην αγορά κρατικών ομολόγων.

Η Wall Street καλείται έτσι να αποτιμήσει έναν συνδυασμό κινδύνων που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν λιγότερο πιθανό να συνυπάρξουν: υψηλό δημόσιο χρέος και μεγάλα ελλείμματα, επίμονος πληθωρισμός, αυξημένο κόστος δανεισμού και αβεβαιότητα για τα όρια μεταξύ δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής.

Η ετήσια ομιλία του Γουόρς στο οικονομικό συμπόσιο του Τζάκσον Χολ σήμερα, Παρασκευή αποκτά επομένως ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Fed καλείται να αποσαφηνίσει τόσο τη στρατηγική της για τον πληθωρισμό, όσο και το κατά πόσο η νομισματική πολιτική παραμένει πραγματικά ανεξάρτητη από τον Λευκό Οίκο.