Αγορές

Πετρέλαιο: Γιατί το πραγματικό κόστος ξεπερνά κατά 30-40 δολάρια την τιμή της αγοράς


Η τιμή του πετρελαίου στα χρηματιστηριακά ταμπλό δεν αποτυπώνει πλέον ολόκληρο το κόστος για όσους χρειάζονται πραγματικά φορτία αργού. Οι ναύλοι των υπερδεξαμενόπλοιων έχουν δεκαπλασιαστεί μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, προσθέτοντας περίπου 38 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ οι πιέσεις στην αγορά ενέργειας δημιουργούν νέες ευκαιρίες για συγκεκριμένες εταιρείες.

Η τιμή του πετρελαίου που βλέπουν οι επενδυτές στις οθόνες τους μπορεί να απέχει σημαντικά από το πραγματικό κόστος προμήθειας. Όπως επισημαίνει ο δημοσιογράφος του CNBC Μπράιαν Σάλιβαν, η αγορά φυσικών φορτίων αργού έχει αποκτήσει ένα πρόσθετο κόστος που μπορεί να ανεβάσει την τελική τιμή στα 125 δολάρια το βαρέλι ή και υψηλότερα, ανάλογα με τις συνθήκες μεταφοράς.

Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) αποτυπώνουν την τιμή διαπραγμάτευσης του πετρελαίου για διαφορετικές χρονικές περιόδους. Δεν περιλαμβάνουν, όμως, το αυξημένο κόστος για τη μεταφορά του φυσικού προϊόντος στον αγοραστή. Και αυτό το κόστος έχει εκτοξευθεί: την προηγούμενη εβδομάδα, η ναύλωση ενός υπερδεξαμενόπλοιου από τον Κόλπο του Μεξικού προς την Κίνα έφτασε τα 76 εκατ. δολάρια, ενώ αντίστοιχο πλοίο για τη Νότια Κορέα ναυλώθηκε έναντι 77 εκατ. δολαρίων. Τα ποσά είναι δεκαπλάσια σε σχέση με το κόστος αντίστοιχων δρομολογίων πριν από λιγότερο από έναν χρόνο.

Με δεδομένη τη χωρητικότητα περίπου 2 εκατ. βαρελιών ανά πλοίο, το κόστος ναύλωσης αντιστοιχεί σε περίπου 38 δολάρια επιπλέον ανά βαρέλι, πέρα από την τιμή αγοράς του αργού. Η επιβάρυνση αφορά κάθε επιχείρηση που εξαρτάται από θαλάσσιες, σιδηροδρομικές ή οδικές μεταφορές καυσίμων. Παρότι οι ροές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ πλησιάζουν τα προγενέστερα επίπεδα, το κόστος μεταφοράς δεν έχει αποκλιμακωθεί.

Οι ναυτιλιακές κερδίζουν από την εκτόξευση των ναύλων

Η άνοδος των ναύλων αποτυπώνεται και στις μετοχές των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στις θαλάσσιες μεταφορές. Σύμφωνα με στοιχεία της FactSet που παραθέτει το CNBC, η Frontline καταγράφει άνοδο 20% μέσα στον Οκτώβριο και 171% από την αρχή του 2026. Η International Seaways ενισχύεται κατά 14% τον μήνα και 158% από την αρχή του έτους, ενώ η Scorpio Tankers σημειώνει κέρδη 6% και 75%, αντίστοιχα. Για την Teekay, η άνοδος διαμορφώνεται σε 8% τον μήνα και 71% από την αρχή του έτους.

Στην αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, η Shell ξεχωρίζει ως μία από τις εταιρείες που μπορούν να αξιοποιήσουν τις νέες συνθήκες. Η μετοχή της κατέγραψε νέο υψηλό, με τους αναλυτές να διατηρούν θετική στάση, αν και η τιμή της πλησιάζει τον στόχο που έχουν θέσει. Η εταιρεία επωφελείται από την ισχυρή παρουσία της στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, αλλά και από το μεγάλο χαρτοφυλάκιό της στο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG).

Η περιορισμένη προσφορά LNG και τα χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη ενισχύουν τις προοπτικές των μεγάλων εξαγωγέων. Ο αναλυτής της RBC, Μπιράτζ Μπορχατάρια, εκτιμά ότι η απουσία σταθερής επαναφοράς των ποσοτήτων από το Κατάρ, σε συνδυασμό με τα χαμηλά ευρωπαϊκά αποθέματα ενόψει του χειμώνα, ενίσχυσε τις τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη κατά το τρίτο τρίμηνο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, τα περιθώρια κέρδους από τις εξαγωγές LNG έχουν σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο, φτάνοντας περίπου τα 13 δολάρια ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες (MMBtu), από 7 δολάρια. Στους πιθανούς ωφελημένους περιλαμβάνονται, πέρα από τη Shell, η TotalEnergies και η BP, λόγω της σημαντικής έκθεσής τους στην αμερικανική αγορά LNG.

Διυλιστήρια, πετρελαϊκοί όμιλοι και ενεργειακές υποδομές

Θετική είναι η εικόνα και για τις εταιρείες διύλισης, καθώς η έλλειψη ντίζελ αρχίζει να επηρεάζει και τη βενζίνη. Η Morgan Stanley αναθεωρεί προς τα πάνω τις εκτιμήσεις κερδοφορίας για εταιρείες όπως η ExxonMobil, η Valero, η Phillips 66 και η PBF, εκτιμώντας ότι οι περιορισμένες προμήθειες καυσίμων μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω τα περιθώρια διύλισης και τις ταμειακές ροές των ομίλων.

Στις επενδυτικές επιλογές του κλάδου, η RBC περιλαμβάνει επίσης την ConocoPhillips, με τιμή-στόχο τα 152 δολάρια ανά μετοχή, που υποδηλώνει περιθώριο ανόδου άνω του 20% με βάση την τιμή αναφοράς της ανάλυσης.

Στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, η Truist αναβάθμισε τη First Solar σε «Buy», με τιμή-στόχο τα 270 δολάρια, εκτιμώντας ότι οι αμερικανικοί δασμοί στα φωτοβολταϊκά προϊόντα μπορούν να ενισχύσουν την τιμολογιακή ισχύ και τα κέρδη της για τουλάχιστον τέσσερα ακόμη χρόνια.

Παράλληλα, η TD Cowen ξεκίνησε κάλυψη της TeraWulf με σύσταση «Buy» και τιμή-στόχο τα 21 δολάρια, που αντιστοιχεί σε δυνητική άνοδο περίπου 50%. Η εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στις ενεργειακές υποδομές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, έχει δεχθεί πιέσεις στο χρηματιστήριο μετά τα ισχυρά προηγούμενα κέρδη του κλάδου. Κατά τον αναλυτή Μάικλ Ελίας, οι αποτιμήσεις εμφανίζονται πλέον ελκυστικότερες, ενώ πιθανή συμφωνία μίσθωσης εγκαταστάσεων στο Κεντάκι κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027 θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης.

Ο χειμώνας της Ευρώπης θα κρίνει την αγορά φυσικού αερίου

Η επάρκεια των ευρωπαϊκών αποθεμάτων φυσικού αερίου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεταβλητές για την αγορά τους επόμενους μήνες. Τα επίπεδα αποθήκευσης είναι χαμηλότερα από εκείνα προηγούμενων ετών και η εξέλιξη των θερμοκρασιών μπορεί να καθορίσει πόσο έντονες θα είναι οι πιέσεις στην προσφορά και στις τιμές.

Οι πρώτες προβλέψεις που επικαλείται το CNBC, με αναφορά σε εκτιμήσεις της JPMorgan, δείχνουν ότι ο Οκτώβριος και ο Νοέμβριος ενδέχεται να κινηθούν κοντά στον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας ή να είναι ελαφρώς θερμότεροι. Οι ήπιες καιρικές συνθήκες των προηγούμενων ετών είχαν περιορίσει την κατανάλωση και είχαν διευκολύνει την Ευρώπη να διαχειριστεί τα αποθέματά της. Με χαμηλότερα αρχικά επίπεδα αποθήκευσης φέτος, ένας ψυχρότερος χειμώνας θα μπορούσε να εντείνει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία LNG και να διατηρήσει τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Για την ευρωπαϊκή οικονομία ο προβληματισμός δεν περιορίζεται στην τιμή του πετρελαίου. Οι αυξημένοι ναύλοι, η στενότητα στην αγορά καυσίμων και η αβεβαιότητα για το φυσικό αέριο μεταφέρουν πρόσθετο κόστος στις επιχειρήσεις και στους καταναλωτές. Όσο η μεταφορά παραμένει ακριβή, η τιμή που αναγράφεται στα χρηματιστηριακά ταμπλό δεν αποτυπώνει το πραγματικό κόστος της ενέργειας.

Διαβαστε επισης