Αγορές

Νέα εποχή για το Χρηματιστήριο Αθηνών: Επενδυτική αναβάθμιση και νέα κεφάλαια


Μια νέα γενιά επενδυτών, περισσότερων, ποιοτικών και μακροπρόθεσμων, διαμορφώνεται για τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία, μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και ενόψει της αναβάθμισης του Χρηματιστηρίου Αθηνών (Χ.Α.) σε Ανεπτυγμένη Αγορά.

Η ελληνική κεφαλαιαγορά φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση ανάπτυξης, με ενισχυμένη διεθνή συμμετοχή και αυξανόμενο ενδιαφέρον από εγχώριους ιδιώτες επενδυτές.

Αύξηση των ιδιωτών επενδυτών

Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας έχει ήδη δημιουργήσει ένα διαφορετικό επενδυτικό κοινό για το ελληνικό χρηματιστήριο, το οποίο αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω μετά την αναβάθμιση εντός του 2026. Παράλληλα, αυξάνεται σταδιακά το άνοιγμα νέων επενδυτικών κωδικών από ιδιώτες.

Τον Ιανουάριο καταγράφηκε άνοιγμα 2.290 νέων επενδυτικών λογαριασμών, ενώ μέσα στον τρέχοντα μήνα έχουν ήδη προστεθεί πάνω από 1.000 νέοι κωδικοί, κυρίως από ιδιώτες επενδυτές. Ο μέσος αριθμός ενεργών επενδυτών το 2025 αυξήθηκε κατά 19% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας τους 28.811 έναντι 24.217 αντίστοιχα.

Συνολικά, το 2025 άνοιξαν 27.272 νέοι λογαριασμοί, σηματοδοτώντας το τρίτο συνεχόμενο έτος με πάνω από 25.000 νέα ανοίγματα, αν και τα επίπεδα παραμένουν αισθητά χαμηλότερα από την προ κρίσης περίοδο. Σε σύγκριση με το 2010 και το 2009, οι ενεργοί λογαριασμοί παραμένουν μειωμένοι κατά 49% και 62% αντίστοιχα.

Κυριαρχία των ξένων επενδυτών

Οι ξένοι επενδυτές συνεχίζουν να διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά. Ο Ιανουάριος του 2026 σηματοδότησε την ουσιαστική επιστροφή τους, με καθαρές εισροές 130 εκατ. ευρώ, μετά από έξι συνεχόμενους μήνες εκροών συνολικού ύψους 437 εκατ. ευρώ.

Η ξένη ιδιοκτησία μετοχών κινείται κοντά στο 70%, ενώ οι ξένοι επενδυτές κυριαρχούν και στο trading με ποσοστό 64%, γεγονός που επιβεβαιώνει τη μετάβαση της ελληνικής αγοράς από μια περιφερειακή αγορά σε έναν ώριμο επενδυτικό προορισμό για το παγκόσμιο θεσμικό κεφάλαιο.

Οι σωρευτικές καθαρές εισροές την περίοδο 2021–2025 ανήλθαν σε 1,1 δισ. ευρώ, με τα ξένα θεσμικά χαρτοφυλάκια να παραμένουν αγοραστές μέχρι το τέλος του 2025. Μεταξύ 2023 και 2024 πραγματοποιήθηκαν ιδιωτικές τοποθετήσεις ύψους 4,3 δισ. ευρώ, κυρίως από διεθνείς επενδυτές, ενώ το 2025 ολοκληρώθηκαν 20 ιδιωτικές τοποθετήσεις από 18 εισηγμένες εταιρείες αξίας 1,2 δισ. ευρώ.

Η αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών

Η ανακοίνωση της MSCI στα τέλη Ιανουαρίου για διαβούλευση σχετικά με την αναβάθμιση της Ελλάδας σε Καθεστώς Ανεπτυγμένης Αγοράς έως τον Αύγουστο του 2026 αποτελεί ιστορικό ορόσημο για την ελληνική κεφαλαιαγορά. Η μετάβαση αυτή σηματοδοτεί το τέλος της περιόδου κρίσης και την είσοδο του Χ.Α. σε μια νέα κατηγορία αγορών.

Η αναβάθμιση αναμένεται να έχει στρατηγικό αντίκτυπο, προσφέροντας πρόσβαση σε τρισεκατομμύρια κεφάλαια υπό διαχείριση, διεύρυνση της βάσης επενδυτών, αύξηση των παθητικών ροών από ETFs, ενίσχυση της διεθνούς ορατότητας των ελληνικών εισηγμένων και βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαιακών ροών με μετάβαση από βραχυπρόθεσμο trading σε μακροπρόθεσμες θεσμικές τοποθετήσεις.

Euronext Athens: Νέο κεφάλαιο για την ελληνική αγορά

Με την απόκτηση του Χρηματιστηρίου Αθηνών από το Euronext και τη μετεξέλιξή του σε Euronext Athens, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για την ελληνική αγορά. Η ένταξη στο μεγαλύτερο πανευρωπαϊκό χρηματιστηριακό δίκτυο αναμένεται να ενισχύσει τη ρευστότητα, την ορατότητα και την πρόσβαση σε διεθνή κεφάλαια, διευκολύνοντας τόσο τους εκδότες όσο και τους επενδυτές.

Ιστορική καμπή τον Ιανουάριο του 2026

Ο Ιανουάριος του 2026 αποτέλεσε δομικό σημείο καμπής για το Χ.Α., καθώς η αγορά πέρασε από τη φάση ανάκαμψης στη φάση ανάπτυξης, ανακτώντας επίπεδα αποτίμησης που είχαν να εμφανιστούν από τον Ιανουάριο του 2010. Ο Γενικός Δείκτης σημείωσε άνοδο 9,2%, ξεπερνώντας τους ευρωπαϊκούς και παγκόσμιους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών.

Η ημερήσια ρευστότητα εκτοξεύθηκε στα 414 εκατ. ευρώ, το υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2008, με τους ξένους επενδυτές να συμμετέχουν στο 74% της συναλλακτικής δραστηριότητας. Η συνολική χρηματιστηριακή αξία έφτασε τα 159 δισ. ευρώ, το υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2008, αντανακλώντας την αναθεώρηση της αξιολόγησης της ελληνικής αγοράς και τη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών των εισηγμένων εταιρειών.

Ο τραπεζικός τομέας παραμένει βασικός καταλύτης της αγοράς, με κεφαλαιοποίηση 57,2 δισ. ευρώ, ενώ οι τομείς της πραγματικής οικονομίας έφτασαν τα 101,3 δισ. ευρώ, με ισχυρές επιδόσεις σε ενέργεια, βιομηχανία και υποδομές.