Αγορές

Κίνα: Σε bear market το χρηματιστήριο, 10 εβδομάδες πτώσης για τον CSI 300


Σε bear market εισήλθε ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης της Κίνας CSI 300, υποχωρώντας κατά 20% από το υψηλό του Ιουνίου, καθώς οι πιέσεις στα εταιρικά περιθώρια κέρδους, η αδύναμη εγχώρια ζήτηση και η επιφυλακτικότητα των επενδυτών παρατείνουν το αρνητικό σερί. Αναλυτές προειδοποιούν για νέες πιέσεις, χωρίς να αποκλείουν ισχυρή ανάκαμψη το 2027.

Το κινεζικό χρηματιστήριο βυθίζεται σε μια παρατεταμένη περίοδο υποχώρησης, με τον δείκτη CSI 300 να εισέρχεται σε bear market, καθώς οι απώλειές του από την κορυφή του Ιουνίου έφθασαν το 20%. Ο δείκτης, που παρακολουθεί 300 από τις μεγαλύτερες εισηγμένες εταιρείες στα χρηματιστήρια της Σαγκάης και της Σεντζέν, συμπλήρωσε δέκα διαδοχικές εβδομάδες πτώσης, ενώ την εβδομάδα που διανύεται καταγράφει απώλειες 2,6%. Σήμερα, Πέμπτη, υποχωρούσε περισσότερο από 1%, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG.

Η εξέλιξη αναδεικνύει τις επίμονες αδυναμίες της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου, αλλά και την απόσταση ανάμεσα στις βιομηχανικές δυνατότητες της Κίνας και στην ικανότητα των επιχειρήσεών της να μετατρέπουν την παραγωγή σε κερδοφόρα ανάπτυξη. Η υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα, οι πολυετείς υπερεπενδύσεις και ο έντονος ανταγωνισμός πιέζουν τα περιθώρια κέρδους, ακόμη και σε κλάδους με ισχυρή διεθνή παρουσία.

Ο Τζόρνταν Τσετανόφσκι, πρόεδρος και επικεφαλής επενδύσεων της Pella Funds, εκτίμησε ότι οι διαρθρωτικές δυσκολίες παραμένουν σημαντικές. Όπως ανέφερε στο CNBC, η Κίνα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της υπερβολικής επέκτασης της παραγωγικής δυναμικότητας κατά τα προηγούμενα χρόνια. Ακόμη και στον κλάδο των μπαταριών, όπου η χώρα διαθέτει ισχυρή ανταγωνιστική θέση διεθνώς, η υπερπροσφορά δημιουργεί πιέσεις, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται επιλεκτικές επενδυτικές ευκαιρίες.

Συμπίεση των κερδών και αδύναμη ζήτηση

Η χρηματιστηριακή υποχώρηση συνδέεται άμεσα με την επιβράδυνση της αύξησης των εταιρικών κερδών. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των κινεζικών επιχειρήσεων εντείνεται, οι τιμές δέχονται πιέσεις και τα περιθώρια κερδοφορίας συρρικνώνονται, προκαλώντας ακόμη και κυβερνητικές παρεμβάσεις. Τον Σεπτέμβριο, τα βιομηχανικά κέρδη της χώρας κατέγραψαν τον ασθενέστερο ρυθμό αύξησης του έτους.

Την ίδια στιγμή, η οικονομία εμφάνισε στο δεύτερο τρίμηνο τον χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης των τελευταίων τριών και πλέον ετών, καθώς η πολυετής κρίση στην αγορά ακινήτων και η παρατεταμένη αδυναμία της καταναλωτικής ζήτησης εξακολουθούν να λειτουργούν ανασταλτικά. Η επιβράδυνση στην αγορά ακινήτων επηρεάζει τον πλούτο των νοικοκυριών και την εμπιστοσύνη τους, περιορίζοντας την προθυμία για κατανάλωση και επενδύσεις.

Για τις εισηγμένες επιχειρήσεις, ο συνδυασμός αυτός δημιουργεί ένα δύσκολο περιβάλλον: η παραγωγική βάση παραμένει ισχυρή, αλλά η εγχώρια ζήτηση δεν απορροφά επαρκώς την προσφορά και η προσπάθεια διατήρησης των πωλήσεων εντείνει τον ανταγωνισμό στις τιμές. Έτσι, η οικονομική ισχύς της Κίνας δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση των εταιρικών αποτελεσμάτων, γεγονός που επιβαρύνει τις αποτιμήσεις των μετοχών.

Οι μικροεπενδυτές και η κρίση εμπιστοσύνης

Ο Σον Ρέιν, διευθύνων σύμβουλος του China Market Research Group, προειδοποιεί ότι οι πιέσεις στις κινεζικές μετοχές ενδέχεται να συνεχιστούν. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι ανησυχίες για πιθανή χρηματιστηριακή φούσκα στην τεχνητή νοημοσύνη και η επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης επιβαρύνουν τη διάθεση ανάληψης επενδυτικού κινδύνου.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κινεζικής αγοράς είναι η κυριαρχία των ιδιωτών επενδυτών στις συναλλαγές. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η HSBC, οι ιδιώτες αντιπροσωπεύουν περίπου το 90% του ημερήσιου όγκου συναλλαγών στην Κίνα, έναντι περίπου 20%-25% στις ΗΠΑ. Η μεγάλη συμμετοχή τους μπορεί να ενισχύσει τη μεταβλητότητα, καθώς σε περιόδους αβεβαιότητας οι μικροεπενδυτές τείνουν να αποσύρονται ταχύτερα από την αγορά.

Όπως επισημαίνει ο Ρέιν, η διατήρηση του πλούτου αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τα κινεζικά νοικοκυριά. Η αδυναμία της αγοράς ακινήτων και οι δυσμενείς συνθήκες στην αγορά εργασίας ενισχύουν την προτίμηση για ασφαλέστερες τοποθετήσεις, όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις, εις βάρος των μετοχών. Η μετατόπιση αυτή περιορίζει τη ρευστότητα που θα μπορούσε να στηρίξει μια χρηματιστηριακή ανάκαμψη.

Το στοίχημα της ανάκαμψης το 2027

Παρά τις πιέσεις, δεν συμμερίζονται όλοι οι αναλυτές την άποψη ότι η πτώση αντανακλά μια βαθιά και παρατεταμένη οικονομική κρίση. Ο Ρέιν θεωρεί ότι η διόρθωση των κινεζικών μετοχών έχει υπερβεί τα όρια που δικαιολογούν τα θεμελιώδη δεδομένα, επικαλούμενος την ανθεκτικότητα των εξαγωγών και τις ενδείξεις ανάκαμψης των τιμών ακινήτων στις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας. Κατά την εκτίμησή του, πρόκειται κυρίως για κρίση εμπιστοσύνης και όχι για κρίση της ίδιας της οικονομίας, προβλέποντας ισχυρή ανάκαμψη των κινεζικών μετοχών το 2027.

Στο ίδιο, πιο αισιόδοξο, μήκος κύματος, ο Ντάνιελ Ζεράρ, ανώτερος στρατηγικός αναλυτής πολλαπλών κατηγοριών ενεργητικού στη State Street Markets, εκτιμά ότι οι αυξανόμενες δυνατότητες της Κίνας στην τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσαν να προσελκύσουν εκ νέου διεθνή επενδυτικά κεφάλαια. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί ακόμη και πριν καταγραφεί ουσιαστική ανάκαμψη στα εταιρικά κέρδη, εφόσον οι επενδυτές πειστούν ότι η τεχνολογική πρόοδος δημιουργεί νέες προοπτικές ανάπτυξης.

Για τις αγορές, το σημαντικό είναι η Κίνα να καταφέρει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης εξομάλυνση των οικονομικών της αδυναμιών.

Διαβαστε επισης