Άλμα 25,24% μέσα σε έναν μήνα για το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο και εβδομαδιαία άνοδος άνω του 6% για το πετρέλαιο – Οι διαταραχές στις προμήθειες από τη Μέση Ανατολή, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και τα χαμηλά αποθέματα ενισχύουν τους φόβους για νέο κύμα ανατιμήσεων σε καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα και προϊόντα. Η Ελλάδα παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς διακυμάνσεις, ενώ η διάρκεια της κρίσης θα κρίνει το μέγεθος των επιπτώσεων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Με το Brent να κλείνει στα 116,72 δολάρια το βαρέλι και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο να εκτοξεύεται στα 93,86 ευρώ ανά μεγαβατώρα, η ενεργειακή κρίση επανέρχεται με ένταση στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οι διεθνείς αγορές καταγράφουν ισχυρές ανατιμήσεις, καθώς οι γεωπολιτικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή απειλούν τις ενεργειακές ροές, ενώ η περιορισμένη διαθεσιμότητα φορτίων LNG και η εξασθένηση των αποθεμάτων αυξάνουν την ευπάθεια της Ευρώπης ενόψει του χειμώνα.
Το Brent ενισχύθηκε κατά 3,14% την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, προσθέτοντας 3,55 δολάρια στην τιμή του, ενώ το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο κατέγραψε ημερήσια άνοδο 4,23%, στα 93,86 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Σε διάστημα ενός μήνα, η τιμή του αερίου έχει αυξηθεί κατά 25,24%, ενώ σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα εμφανίζεται υψηλότερη κατά 193,15%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Trading Economics.
Η ταυτόχρονη άνοδος πετρελαίου και φυσικού αερίου ενισχύει τον κίνδυνο νέων πιέσεων στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς, ενώ περιπλέκει τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις τιμές στις διεθνείς αγορές. Η ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών, το κόστος ασφάλισης των δεξαμενόπλοιων, η διαθεσιμότητα διυλισμένων προϊόντων και η δυνατότητα αναπλήρωσης των αποθεμάτων καθορίζουν πλέον το πραγματικό κόστος εφοδιασμού.
Πετρέλαιο: Στα 116,72 δολάρια το Brent, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο
Ισχυρή άνοδο κατέγραψε το πετρέλαιο στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας, καθώς οι ανησυχίες για νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή ενίσχυσαν τους φόβους για διαταραχές στην παγκόσμια προσφορά.
Το Brent, το βασικό διεθνές σημείο αναφοράς για το πετρέλαιο, έκλεισε στις 23 Οκτωβρίου στα 116,72 δολάρια ανά βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο 3,14% σε μία συνεδρίαση. Κατά τη διάρκεια της ημέρας κινήθηκε μεταξύ 112,74 και 117,45 δολαρίων. Σε εβδομαδιαία βάση, η άνοδος ξεπέρασε το 6%, με την τιμή να φθάνει στο υψηλότερο επίπεδο από τις 29 Απριλίου.
Η άνοδος συνδέεται με τις επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία, μεταξύ άλλων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, αλλά και με τα περιστατικά ασφαλείας που επηρεάζουν τη ναυσιπλοΐα στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου. Παράλληλα, η αναφορά σε πετρελαιοκηλίδα στα ανοικτά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων προσέθεσε έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στην αγορά.
Οι επενδυτές ενσωματώνουν στις τιμές τον κίνδυνο νέων επιθέσεων, πιθανών διακοπών παραγωγής και καθυστερήσεων στις παραδόσεις. Η άνοδος δεν αποτυπώνει, επομένως, μόνο την τρέχουσα ισορροπία προσφοράς και ζήτησης, αλλά και το αυξημένο κόστος που συνεπάγεται η αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και LNG. Οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή στη διέλευση των πλοίων μπορεί να περιορίσει τις διαθέσιμες ποσότητες στις διεθνείς αγορές και να αυξήσει το κόστος μεταφοράς.
Οι εναλλακτικές διαδρομές και οι αγωγοί παράκαμψης μπορούν να απορροφήσουν μέρος των κραδασμών, αλλά δεν επαρκούν για να υποκαταστήσουν άμεσα το σύνολο των ροών. Επιπλέον, οι αυξημένοι κίνδυνοι ασφαλείας επιβαρύνουν τα ασφάλιστρα των πλοίων και αναγκάζουν τις εταιρείες να επανεξετάζουν τα δρομολόγια και τους χρόνους παράδοσης.
Η αγορά πετρελαίου παραμένει έτσι ιδιαίτερα ευαίσθητη σε κάθε νέα γεωπολιτική εξέλιξη. Ακόμη και χωρίς οριστική απώλεια μεγάλου μέρους της παγκόσμιας παραγωγής, η πιθανότητα καθυστερήσεων και διακοπών μπορεί να διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Φυσικό αέριο: Άνοδος 25,24% σε έναν μήνα και αποθέματα στο 74,62%
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου. Η τιμή αναφοράς του ευρωπαϊκού αερίου, όπως καταγράφεται από την Trading Economics, διαμορφώθηκε στις 23 Οκτωβρίου στα 93,86 ευρώ ανά μεγαβατώρα, με ημερήσια άνοδο 4,23%. Σε έναν μήνα έχει αυξηθεί κατά 25,24%, ενώ η ετήσια μεταβολή φθάνει το 193,15%. <Cite refs={["turn167049search0"]}/>
Η άνοδος αποδίδεται στις συνεχιζόμενες διαταραχές στις προμήθειες από τον Περσικό Κόλπο, στην περιορισμένη διαθεσιμότητα υγροποιημένου φυσικού αερίου και στον εντεινόμενο ανταγωνισμό Ευρώπης και Ασίας για την εξασφάλιση φορτίων πριν από την κορύφωση της χειμερινής ζήτησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η Trading Economics στις 23 Οκτωβρίου, οι αποστολές LNG από τη Μέση Ανατολή παρέμεναν περίπου 80% χαμηλότερες σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Η διαταραχή αυτή περιορίζει τις διαθέσιμες ποσότητες στην παγκόσμια αγορά και ενισχύει τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων εισαγωγέων.
Η Ευρώπη καλείται να εξασφαλίσει επαρκείς ποσότητες φυσικού αερίου σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για θέρμανση αυξάνεται και οι ανάγκες ηλεκτροπαραγωγής μπορεί να ενισχυθούν. Όσο περιορίζονται οι διαθέσιμες ποσότητες LNG, τόσο δυσκολότερη γίνεται η εξασφάλιση πρόσθετων φορτίων χωρίς υψηλότερο κόστος.
Τα αποθέματα αποτελούν έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες. Στις 22 Οκτωβρίου, οι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου ήταν πληρότητας 74,62%, σύμφωνα με την ίδια πηγή. Το επίπεδο αυτό ήταν το χαμηλότερο για τη συγκεκριμένη εποχή του έτους από τότε που υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία, το 2009.
Η σημασία του συγκεκριμένου ποσοστού είναι μεγάλη, καθώς οι αποθήκες λειτουργούν ως βασικό εργαλείο εξισορρόπησης της προσφοράς και της ζήτησης κατά τους χειμερινούς μήνες. Όταν τα αποθέματα είναι χαμηλότερα, η αγορά εξαρτάται περισσότερο από τις συνεχιζόμενες εισαγωγές και γίνεται πιο ευάλωτη σε απρόβλεπτες διακοπές εφοδιασμού.
Εάν οι καιρικές συνθήκες αυξήσουν τη ζήτηση και οι προμήθειες από τη Μέση Ανατολή παραμείνουν περιορισμένες, η Ευρώπη ενδέχεται να χρειαστεί να ανταγωνιστεί εντονότερα τις ασιατικές οικονομίες για τα διαθέσιμα φορτία LNG. Αυτό θα μπορούσε να διατηρήσει τις τιμές σε υψηλά επίπεδα και να αυξήσει το κόστος αναπλήρωσης των αποθεμάτων.
Η άνοδος του φυσικού αερίου δεν μεταφέρεται αυτομάτως και με την ίδια ταχύτητα σε όλους τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Η επίδραση εξαρτάται από τη σύνθεση της ηλεκτροπαραγωγής, τα συμβόλαια προμήθειας και τη διάρκεια της ανατίμησης. Ωστόσο, η διατήρηση του αερίου σε υψηλά επίπεδα αυξάνει τον κίνδυνο νέων πιέσεων στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού.
Ντίζελ και διυλισμένα προϊόντα: Η δεύτερη εστία ανησυχίας
Πέρα από το αργό πετρέλαιο, σημαντικές πιέσεις καταγράφονται στην αγορά των διυλισμένων προϊόντων, με ιδιαίτερη σημασία για το ντίζελ και τα μεσαία αποστάγματα που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές και στη βιομηχανία.
Η τιμή του αργού δεν καθορίζει από μόνη της το τελικό κόστος των καυσίμων. Η διαθεσιμότητα των διυλιστηρίων, τα αποθέματα έτοιμων προϊόντων, οι εξαγωγές και το κόστος μεταφοράς επηρεάζουν τα περιθώρια διύλισης και τις τιμές που διαμορφώνονται στις επιμέρους αγορές.
Σε περιόδους γεωπολιτικής κρίσης, το ντίζελ μπορεί να ακριβύνει ακόμη και ταχύτερα από το αργό, εάν η προσφορά του περιοριστεί περισσότερο από τη ζήτηση. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη, όπου το καύσιμο χρησιμοποιείται ευρέως στις οδικές εμπορευματικές μεταφορές, στις κατασκευές και στη γεωργία.
Η παρατεταμένη ακρίβεια του ντίζελ επιβαρύνει το κόστος λειτουργίας των φορτηγών, των εταιρειών διανομής και των επαγγελματικών οχημάτων. Οι επιχειρήσεις μπορεί αρχικά να απορροφήσουν μέρος της επιβάρυνσης, όμως όσο αυξάνεται το κόστος τόσο ενισχύονται οι πιέσεις για αναπροσαρμογή των τιμών μεταφοράς.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένας νέος κύκλος ανατιμήσεων, καθώς το αυξημένο κόστος διακίνησης μεταφέρεται σταδιακά στα προϊόντα που φθάνουν στα καταστήματα. Η επίδραση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα τρόφιμα, τα γεωργικά προϊόντα και τα αγαθά με μεγάλες απαιτήσεις μεταφοράς και αποθήκευσης.
Ελλάδα: Πίεση στα καύσιμα, στο ηλεκτρικό ρεύμα και στο κόστος ζωής
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται εκτός της ενεργειακής αναταραχής. Ως εισαγωγέας ενεργειακών προϊόντων, επηρεάζεται από τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, καθώς και από τις μεταβολές στο κόστος μεταφοράς και ασφάλισης των φορτίων.
Η επίδραση εκδηλώνεται σε τρία επίπεδα. Πρώτον, στις τιμές των καυσίμων που πληρώνουν οι οδηγοί και οι επαγγελματίες. Δεύτερον, στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης. Τρίτον, στις δαπάνες παραγωγής και μεταφοράς, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών.
Η άνοδος του Brent στα 116,72 δολάρια το βαρέλι αυξάνει τις πιέσεις στην αγορά πετρελαιοειδών, χωρίς να σημαίνει ότι η τιμή στην αντλία θα μεταβληθεί αυτομάτως κατά το ίδιο ποσοστό. Η τελική τιμή των καυσίμων επηρεάζεται επίσης από την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου, τη φορολογία, τα περιθώρια διύλισης και εμπορίας και τον χρόνο με τον οποίο μετακυλίονται οι μεταβολές της διεθνούς αγοράς.
Αντίστοιχα, το φυσικό αέριο στα 93,86 ευρώ ανά μεγαβατώρα αυξάνει τον κίνδυνο επιβάρυνσης του κόστους ηλεκτροπαραγωγής. Το μέγεθος της επίδρασης θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια των υψηλών τιμών και από το μείγμα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, στο οποίο συμμετέχουν και άλλες πηγές, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τα υδροηλεκτρικά.
Για τις επιχειρήσεις, το ενεργειακό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας. Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες, οι μεταφορές, η εφοδιαστική αλυσίδα, η εστίαση και το λιανεμπόριο είναι μεταξύ των κλάδων που μπορούν να δεχθούν πιέσεις από μια παρατεταμένη αύξηση των τιμών.
Στα τρόφιμα, η επιβάρυνση μπορεί να μεταφερθεί σε ολόκληρη την αλυσίδα, από την παραγωγή και την επεξεργασία έως τη συσκευασία, την ψύξη και τη μεταφορά. Η μετακύλιση δεν είναι αυτόματη ούτε ομοιόμορφη, καθώς εξαρτάται από τον ανταγωνισμό και τα περιθώρια κέρδους. Ωστόσο, όσο περισσότερο διαρκεί η ενεργειακή κρίση τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος νέων ανατιμήσεων.
Για τα νοικοκυριά, το πρόβλημα είναι ότι οι ενεργειακές δαπάνες ανταγωνίζονται άλλες βασικές ανάγκες μέσα στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Οι αυξήσεις σε καύσιμα, θέρμανση και μεταφορές μπορούν να περιορίσουν την αγοραστική δύναμη, ιδιαίτερα όταν συνοδεύονται από ανατιμήσεις σε τρόφιμα και υπηρεσίες.
Το δίλημμα των κυβερνήσεων για νέα μέτρα στήριξης
Η άνοδος των ενεργειακών τιμών επαναφέρει το ερώτημα των κρατικών παρεμβάσεων. Οι κυβερνήσεις καλούνται να περιορίσουν τις επιπτώσεις στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις, χωρίς να προκαλέσουν νέα μεγάλη επιβάρυνση στους προϋπολογισμούς τους.
Οι επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ενέργειας, οι παρεμβάσεις στα καύσιμα και οι ενισχύσεις προς ευάλωτα νοικοκυριά μπορούν να περιορίσουν προσωρινά το κόστος. Δεν εξαλείφουν, όμως, τη διεθνή αιτία της ανατίμησης ούτε δημιουργούν πρόσθετες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι οριζόντιες παρεμβάσεις έχουν μεγαλύτερη δημοσιονομική επιβάρυνση, ενώ τα στοχευμένα μέτρα μπορούν να κατευθύνουν τους διαθέσιμους πόρους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Η επιλογή θα εξαρτηθεί από την ένταση και τη διάρκεια της κρίσης, αλλά και από τα περιθώρια που διαθέτει κάθε κυβέρνηση.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι υψηλές διεθνείς τιμές θα διατηρηθούν για αρκετό διάστημα ώστε να απαιτηθούν νέες παρεμβάσεις. Μια σύντομη αναταραχή μπορεί να έχει περιορισμένες επιπτώσεις, ενώ μια παρατεταμένη περίοδος υψηλού ενεργειακού κόστους θα μπορούσε να αυξήσει τις δημοσιονομικές ανάγκες και να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα.
Πληθωρισμός και επιτόκια: Η νέα δοκιμασία για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
Η ενεργειακή κρίση περιπλέκει και την προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να διατηρήσει τον πληθωρισμό υπό έλεγχο. Η αύξηση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου επηρεάζει άμεσα το ενεργειακό σκέλος του δείκτη τιμών καταναλωτή και μπορεί στη συνέχεια να μεταφερθεί σε αγαθά και υπηρεσίες.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η διάρκεια της ανατίμησης. Εάν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν για μήνες, οι επιχειρήσεις ενδέχεται να μετακυλίσουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους στους καταναλωτές, αυξάνοντας τον κίνδυνο ευρύτερων και πιο επίμονων πληθωριστικών πιέσεων.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ΕΚΤ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα. Η διατήρηση αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής μπορεί να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, αλλά παράλληλα αυξάνει το κόστος δανεισμού και μπορεί να επιβραδύνει την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Αντίθετα, η χαλάρωση της πολιτικής θα πρέπει να σταθμίζει τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού.
Οι τιμές της ενέργειας δεν καθορίζουν από μόνες τους τις αποφάσεις της ΕΚΤ. Ωστόσο, όσο αυξάνεται η πιθανότητα να μεταφερθούν οι ανατιμήσεις στον γενικό πληθωρισμό και στις προσδοκίες των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, τόσο δυσκολότερη γίνεται η εξισορρόπηση μεταξύ σταθερότητας των τιμών και οικονομικής ανάπτυξης.
Το κρίσιμο μέτωπο των αποθεμάτων
Η κατάσταση των αποθεμάτων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα καθορίσουν την πορεία της ενεργειακής αγοράς τους επόμενους μήνες.
Στο φυσικό αέριο, η πληρότητα των ευρωπαϊκών εγκαταστάσεων στο 74,62% στις 22 Οκτωβρίου αφήνει μικρότερο περιθώριο ασφαλείας σε σύγκριση με προηγούμενες περιόδους του έτους. Εάν η ζήτηση αυξηθεί λόγω χαμηλών θερμοκρασιών και οι εισαγωγές LNG παραμείνουν περιορισμένες, η αναπλήρωση των αποθηκών μπορεί να απαιτήσει αγορές σε υψηλές τιμές.
Στο πετρέλαιο, οι διαταραχές στην παραγωγή και στις θαλάσσιες μεταφορές αυξάνουν τη σημασία των στρατηγικών αποθεμάτων και των εναλλακτικών πηγών προμήθειας. Η αποκατάσταση των ροών δεν αρκεί πάντοτε για την άμεση εξομάλυνση της αγοράς, καθώς απαιτείται χρόνος για την αναπλήρωση των ποσοτήτων που έχουν ήδη καταναλωθεί.
Το περιβάλλον αυτό αυξάνει την ευαισθησία των αγορών σε κάθε νέα εξέλιξη. Μια διακοπή σε κρίσιμη ενεργειακή εγκατάσταση ή μια σοβαρή απειλή για τη ναυσιπλοΐα μπορεί να προκαλέσει άμεση άνοδο των τιμών, ιδιαίτερα όταν οι διαθέσιμες ποσότητες ασφαλείας είναι περιορισμένες.
Τα επόμενα βήματα και τα σενάρια για τον χειμώνα
Η πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί κυρίως από τρεις παράγοντες: την εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, την αποκατάσταση των ενεργειακών ροών και τη δυνατότητα της Ευρώπης να εξασφαλίσει επαρκείς ποσότητες φυσικού αερίου πριν από την κορύφωση της χειμερινής ζήτησης.
Εάν μειωθούν οι κίνδυνοι για τη ναυσιπλοΐα, αποκατασταθούν οι εξαγωγές LNG και περιοριστούν οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, θα μπορούσε να δημιουργηθεί περιθώριο αποκλιμάκωσης. Αντίθετα, νέες διακοπές στην προσφορά ή παρατεταμένοι περιορισμοί στις μεταφορές θα διατηρήσουν τις αγορές ευάλωτες σε νέες αυξήσεις.
Το φυσικό αέριο αποτελεί ιδιαίτερη πηγή ανησυχίας, καθώς η Ευρώπη βρίσκεται πλέον στην περίοδο κατά την οποία η κατανάλωση αυξάνεται. Η ανάγκη θέρμανσης, η ζήτηση από τη βιομηχανία και οι ανάγκες ηλεκτροπαραγωγής θα καθορίσουν πόσο γρήγορα θα μειωθούν τα αποθέματα και πόσο συχνά θα χρειαστεί να αναπληρωθούν.
Για το πετρέλαιο, η εξέλιξη θα εξαρτηθεί από την ασφάλεια των εξαγωγών του Περσικού Κόλπου και τη διαθεσιμότητα των διυλισμένων προϊόντων. Ακόμη και αν το Brent σταθεροποιηθεί, οι τιμές του ντίζελ και άλλων καυσίμων μπορεί να παραμείνουν υψηλές, εφόσον οι περιορισμοί στην προσφορά τους συνεχιστούν.
Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι να περιοριστεί η μεταφορά του διεθνούς ενεργειακού σοκ στην πραγματική οικονομία. Η εξέλιξη των τιμών στα πρατήρια, οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, το κόστος των μεταφορών και οι ανατιμήσεις στα προϊόντα θα αποτελέσουν τους βασικούς δείκτες για το μέγεθος της επιβάρυνσης.
Η νέα ενεργειακή αναταραχή αναδεικνύει, τελικά, ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από την επάρκεια παραγωγής. Εξαρτάται εξίσου από την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, την ανθεκτικότητα των υποδομών, τη διαθεσιμότητα αποθεμάτων και τη δυνατότητα των οικονομιών να απορροφούν παρατεταμένες αυξήσεις κόστους.
Με το Brent πάνω από τα 116 δολάρια και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο κοντά στα 94 ευρώ ανά μεγαβατώρα, το ενεργειακό κόστος επανέρχεται ως ένας από τους βασικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη. Εάν η κρίση παραταθεί, οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν στα χρηματιστήρια ενέργειας: θα φτάσουν στα καύσιμα, στους λογαριασμούς, στις μεταφορές και τελικά στο καθημερινό κόστος ζωής.