Οι αγορές μπορεί να έχουν απορροφήσει τους πρόσφατους κραδασμούς, όμως δεν έχουν τιμολογήσει πλήρως τους κινδύνους που συσσωρεύονται στην παγκόσμια οικονομία, προειδοποιεί ο Τζέιμι Ντάιμον (Jamie Dimon). Ο επικεφαλής της JPMorgan Chase δηλώνει ότι δεν θα αγόραζε σήμερα ούτε μετοχές, ούτε μακροπρόθεσμα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, θεωρώντας τις τρέχουσες αποτιμήσεις ανεπαρκείς απέναντι σε ένα πιο επικίνδυνο περιβάλλον.
Οι αγορές έχουν δείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι σε πολέμους, εμπορικές εντάσεις και δημοσιονομικές πιέσεις. Ο S&P 500 έχει καταγράψει άνοδο σχεδόν 10% από την αρχή του έτους, καθώς η κατανάλωση παραμένει ισχυρή, ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει και η τεχνητή νοημοσύνη έχει τροφοδοτήσει ένα νέο επενδυτικό κύμα.
Η εικόνα αυτή, όμως, δεν πείθει τον επικεφαλής της μεγαλύτερης τράπεζας του κόσμου βάσει χρηματιστηριακής αξίας. Η εκτίμησή του είναι ότι οι επενδυτές ενδέχεται να υποτιμούν μια σειρά από κινδύνους που, αν συνδυαστούν, μπορούν να προκαλέσουν απότομη αλλαγή της τάσης.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η Ουκρανία και η Μέση Ανατολή, η ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας, αλλά και η αύξηση των αμυντικών δαπανών σε μια περίοδο κατά την οποία τα κρατικά ελλείμματα διογκώνονται. Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ίδια προσέγγιση, δεν είναι μόνο αν ένας συγκεκριμένος κίνδυνος έχει ήδη ενσωματωθεί στις τιμές. Είναι το τι θα συμβεί τελικά και πόσο γρήγορα.
Το δημοσιονομικό ρίσκο επιστρέφει
Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά τη δημοσιονομική πορεία των ΗΠΑ. Τα επίμονα υψηλά ελλείμματα, σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες ανάγκες χρηματοδότησης του αμερικανικού Δημοσίου, μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερα επιτόκια.
Η λογική είναι γνωστή στις αγορές ομολόγων: όσο αυξάνεται η προσφορά κρατικού χρέους και μεγαλώνει η αβεβαιότητα για τη δημοσιονομική πορεία, οι επενδυτές μπορεί να απαιτήσουν υψηλότερη απόδοση για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν το Δημόσιο. Οι λεγόμενοι "bond vigilantes" θα μπορούσαν έτσι να πιέσουν προς τα πάνω τις αποδόσεις, ανεξάρτητα από την πορεία της νομισματικής πολιτικής.
Με αυτό το σκεπτικό, οι μακροπρόθεσμοι τίτλοι του αμερικανικού Δημοσίου (Treasuries) δεν θεωρούνται ελκυστικοί στις σημερινές τιμές. Ακόμη και σε ένα σενάριο επιστροφής του πληθωρισμού στον στόχο του 2% της Fed, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου θα μπορούσε να κινηθεί στο 4%-4,5%, περιορίζοντας τα περιθώρια ανόδου των τιμών των ομολόγων.
Οι μετοχές και το στοίχημα της τεχνητής νοημοσύνης
Η επιφυλακτικότητα επεκτείνεται και στις μετοχές. Η ισχυρή άνοδος της αγοράς έχει αυξήσει τις αποτιμήσεις, ενώ η αισιοδοξία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη έχει συγκεντρώσει τεράστιες επενδύσεις σε έναν περιορισμένο αριθμό εταιρειών και τεχνολογικών τάσεων.
Η άποψη δεν είναι ότι δεν υπάρχουν ευκαιρίες. Μια μεμονωμένη εταιρεία μπορεί να αποτελεί ελκυστική επένδυση, εφόσον η αποτίμηση και οι προοπτικές της δικαιολογούν το ρίσκο. Το ευρύτερο χρηματιστηριακό επίπεδο, όμως, δεν θεωρείται αρκετά φθηνό, ώστε να προσφέρει μεγάλο περιθώριο ασφαλείας.
Ανάλογη είναι και η προσέγγιση για την τεχνητή νοημοσύνη. Οι επενδύσεις στον κλάδο είναι τόσο μεγάλες ώστε το συνολικό αποτέλεσμα πιθανότατα θα είναι σημαντικό, όπως συνέβη και με το Διαδίκτυο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι σημερινοί πρωταγωνιστές θα είναι και οι τελικοί νικητές.
Η ιστορία των τεχνολογικών κύκλων δείχνει ότι οι εταιρείες που πρωταγωνιστούν στην αρχή μιας επανάστασης δεν είναι απαραίτητα εκείνες που κυριαρχούν στο τέλος. Η τεχνολογία μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά κερδοφόρα συνολικά, αλλά η αγορά συχνά υπερεκτιμά το ποιοι θα είναι οι νικητές και πόσο γρήγορα θα έρθουν τα κέρδη.
Το βασικό μήνυμα για τις αγορές είναι, επομένως, λιγότερο μια πρόβλεψη για άμεση κατάρρευση και περισσότερο μια προειδοποίηση για την υπερβολική αυτοπεποίθηση. Η παγκόσμια οικονομία έχει γίνει πιο ανθεκτική, μεταξύ άλλων επειδή εξαρτάται λιγότερο από την ενέργεια σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένα σημείο καμπής.
Οι αγορές μπορούν να απορροφήσουν έναν ακόμη πόλεμο, έναν ακόμη δασμολογικό γύρο ή μια ακόμη δημοσιονομική προειδοποίηση. Το ερώτημα είναι πόσα ακόμη «καλαμάκια» μπορεί να αντέξει η πλάτη της οικονομίας πριν από το σημείο θραύσης.
Όσο οι επενδυτές συνεχίζουν να αγοράζουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας και την υπόσχεση της τεχνητής νοημοσύνης, το πραγματικό ρίσκο μπορεί να βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην απόσταση ανάμεσα σε όσα έχουν ήδη τιμολογηθεί, και σε όσα δεν έχουν ακόμη συμβεί.