Μετά την πρώτη έξοδο της χώρας στις αγορές για το 2026, η προσοχή στρέφεται στον Μάρτιο, οπότε ξεκινά ο νέος κύκλος αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους πιστοληπτικής ικανότητας.
Ο αμερικανικός οίκος Moody's, ο καναδικός DBRS και ο γερμανικός Scope θα ανακοινώσουν τις εκτιμήσεις τους μέσα στον μήνα, με τον Scope να θεωρείται πιο κοντά σε ενδεχόμενη αναβάθμιση. Σε περίπτωση θετικής αξιολόγησης, η Ελλάδα θα βρεθεί μία ανάσα από την πρώτη επενδυτική βαθμίδα Α, καθώς ο γερμανικός οίκος έχει ήδη τοποθετήσει τη χώρα στη βαθμίδα BBB με θετικές προοπτικές από τον Νοέμβριο. Μια νέα αναβάθμιση θα μεταφέρει την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB+, ένα βήμα πριν την επενδυτική βαθμίδα Α. Δεν αποκλείεται αυτή η κίνηση να μετατεθεί για τη δεύτερη αξιολόγηση του Scope το Σεπτέμβριο 2026.
Οι υπόλοιποι οίκοι, όπως η S&P, η Fitch και ο DBRS, διατηρούν την Ελλάδα στο BBB με σταθερές προοπτικές, ενώ ο Moody's αξιολογεί τη χώρα στο BBB-, ένα επίπεδο χαμηλότερο. Οι αξιολογήσεις που θα ολοκληρωθούν μέχρι τον Μάιο με την προσθήκη της S&P (Απρίλιος) και της Fitch (Μάιος) θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη των αγορών για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Οι κρίσιμοι παράγοντες
Τρία βασικά στοιχεία θα επηρεάσουν τις αξιολογήσεις: ο ρυθμός ανάπτυξης, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα και η μείωση του δημόσιου χρέους.
- Ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται στο 2,4% για το 2026, υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
- Το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 ξεπέρασε το 3,7% του ΑΕΠ, ενώ για το 2026 προβλέπεται στο 2,8% με πρώτες εκτιμήσεις να το ανεβάζουν ακόμη υψηλότερα.
- Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να μειωθεί από 145,9% του ΑΕΠ το 2025 στο 138,2% το 2026, με προοπτική να φτάσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ, με σημαντική συμβολή από πρόωρες αποπληρωμές ύψους 8,8 δισ. ευρώ.
Ψήφος εμπιστοσύνης με... επιφυλάξεις
Η εικόνα αυτή ενισχύει την αξιοπιστία της Ελλάδας στις αγορές, παρά ταυτόχρονα επισημάνσεις των οίκων για τομείς που απαιτούν βελτιώσεις, όπως το ισοζύγιο πληρωμών και οι επενδύσεις.
Η πρόσφατη έκδοση 10ετούς ομολόγου ύψους 4 δισ. ευρώ, που προσέλκυσε προσφορές άνω των 51 δισ. ευρώ, αντικατοπτρίζει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, αλλά παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο αυτή η ζήτηση μπορεί να διατηρηθεί υπό πιο απαιτητικές οικονομικές συνθήκες.
Το πρόγραμμα επανεκδόσεων ομολόγων τον Φεβρουάριο, Απρίλιο και Ιούνιο θα δοκιμάσει περαιτέρω τη δυναμική της ελληνικής αγοράς ομολόγων.