Τράπεζες

Τράπεζες: «Αγκάθι» για τον «Ηρακλή ΙΙ» οι αναβαλλόμενοι φόροι


Τα σενάρια που εξετάζει η κυβέρνηση για την έκδοση μετοχών από τις τράπεζες υπέρ του Δημοσίου

Ένα τελευταίο «αγκάθι» καλείται να ξεπεράσει η κυβέρνηση, πριν θέσει σε εφαρμογή, μέσα στο β’ τρίμηνο του έτους, το σχέδιο «Ηρακλής ΙΙ» για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων μέσω τιτλοποιήσεων με κρατική εγγύηση. Για το θέμα των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών, θα πρέπει να ψηφισθεί μια ειδική νομοθετική ρύθμιση που παραμένει σε εκκρεμότητα από την εποχή Χαρδούβελη και αποδεικνύεται εκ νέου σήμερα ότι κρύβει παγίδες.

Οι τράπεζες έχουν ενσωματώσει στα κεφάλαιά τους για τις απαιτήσεις για επιστροφές φόρου από το Δημόσιο τα επόμενα χρόνια, οι οποίες προκύπτουν ως αποτέλεσμα των ζημιών από το «κούρεμα» χρέους και τα «κόκκινα» δάνεια. Με βάση το νόμο Χαρδούβελη, αν μια τράπεζα εμφανίσει σε μια χρήση ζημιές είναι υποχρεωμένη να εκδώσει δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου για να μετάσχει σε αύξηση κεφαλαίου, κάτι που δημιουργούσε ακόμη και κίνδυνο κρατικοποίησης τραπεζών, στην περίπτωση που εμφάνιζαν μεγάλες ζημιές σε μια χρήση.

Με την εφαρμογή του πρώτου σχεδίου «Ηρακλής», οι τράπεζες βρέθηκαν μπροστά στην προοπτική εφάπαξ εγγραφής μεγάλων ζημιών λόγω των διαφορών ανάμεσα στη λογιστική αξία των δανείων που τιτλοποιούνται και στην πολύ χαμηλότερη αγοραία αξία τους. Υπολογίζεται ότι για κάθε 1 δισ. δανείων που τιτλοποιούνται, οι ζημιές φθάνουν τα 200 εκατ. ευρώ, όπως έχει αναφέρει η επιτροπή Πισσαρίδη στο πόρισμά της.

Το τρικ με τις "νέες" τράπεζες

Για να ξεπερασθεί ο κίνδυνος της έκδοσης μετοχών υπέρ του Δημοσίου, οι τράπεζες, με εξαίρεση την Εθνική, ακολούθησαν τη μέθοδο της διάσπασης των τραπεζικών δραστηριοτήτων τους (hive-down). Μεταφέρθηκαν, δηλαδή, οι τραπεζικές δραστηριότητες σε μια νέα εταιρεία, που έλαβε νέα τραπεζική άδεια, ενώ οι «παλιές» τράπεζες που είναι εισηγμένες στο ΧΑ, μετατράπηκαν σε εταιρείες συμμετοχών, που κατέχουν τις μετοχές των τραπεζικών θυγατρικών τους.

Με αυτή την εταιρική μετατροπή, οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις μαζί με τα καλά κομμάτια (senior) των τιτλοποιήσεων πηγαίνουν στις νέες τραπεζικές θυγατρικές, ενώ οι ζημιές από λιγότερο ποιοτικά κομμάτια μένουν στις εταιρείες συμμετοχών. Έτσι, η τραπεζική εταιρεία των ομίλων αποφεύγει την εγγραφή ζημιών, που θα ενεργοποιούσαν το μηχανισμό έκδοσης μετοχών υπέρ του Δημοσίου.

Όπως εξηγεί η Τράπεζα της Ελλάδος στην τελευταία έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα «ο εταιρικός μετασχηματισμός αποτελεί ένα εργαλείο αποφυγής ενεργοποίησης της υφιστάμενης νομοθεσίας για την αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση (DTC)».

Όμως, το σχέδιο «Ηρακλής ΙΙ», που αναμένεται να ενεργοποιηθεί το δεύτερο τρίμηνο του έτους για να τιτλοποιηθούν δάνεια αξίας άνω των 30 δισ. ευρώ με εγγυήσεις άνω των 10 δισ. ευρώ από το Δημόσιο, σε συνδυασμό με τα πρόσθετα «κόκκινα» δάνεια που θα δημιουργήσει η πανδημία (έως και 10 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την ΤτΕ) φέρνει τους τραπεζικούς ομίλους μπροστά στον κίνδυνο να εμφανίσουν ζημιές οι νέες τραπεζικές θυγατρικές και να ενεργοποιηθεί ο νόμος για την έκδοση μετοχών υπέρ του Δημοσίου.

Οι δύσκολες «λεπτομέρειες»

Αυτό φέρνει την κυβέρνηση μπροστά στο πρόβλημα των κρίσιμων «λεπτομερειών» εφαρμογής του νόμου, οι οποίες θα πρέπει να διευθετηθούν με μια νομοθετική ρύθμιση, που με τη σειρά της θα εγκριθεί από τους ευρωπαϊκούς Θεσμούς. Για τη συμμετοχή του Δημοσίου σε αυξήσεις κεφαλαίου που θα προκληθούν από το νόμο για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, εξετάζεται το σενάριο να πληρώσει το Δημόσιο για τις νέες μετοχές με ομόλογα και όχι με μετρητά. Επιπλέον, για να αποφευχθεί κρατικοποίηση εξετάζεται κάποιος μηχανισμός που θα διασφαλίζει ότι οι μετοχές δεν θα μένουν στο Δημόσιο, αλλά θα διατίθενται σε ιδιώτες.

Όμως, υπάρχουν αρκετές τεχνικές λεπτομέρειες, ορισμένες με πολιτικό ενδιαφέρον, που παραμένει ασαφές πώς θα διευθετηθούν. Όπως έχει επισημάνει και η Τράπεζα της Ελλάδος, μετά τις διασπάσεις των τραπεζικών ομίλων το Δημόσιο θα πρέπει, σε περίπτωση έκδοσης μετοχών, να πάρει μετοχές όχι στις εισηγμένες τράπεζες, που έχουν μια αξία γνωστή από τη διαπραγμάτευση των μετοχών τους στην αγορά, αλλά στις νεοσύστατες τραπεζικές θυγατρικές, με βάση τη λογιστική τους αξία. Εμμέσως πλην σαφώς, η ΤτΕ θέτει το πρόβλημα ότι το Δημόσιο θα ζημιωθεί τελικά από αυτές τις συναλλαγές.

«Αποτέλεσμα», τονίζει η ΤτΕ, «είναι να αποζημιώνεται το Δημόσιο με ποσοστό συμμετοχής στο εταιρικό σχήμα αναντίστοιχο με το ποσό καταβολής του, δεδομένου ότι ο μηχανισμός μετατροπής προβλέπει ως βάση υπολογισμού την εσωτερική τιμή της μετοχής της «Νέας Τράπεζας» και όχι την τρέχουσα τιμή της HoldCom στο χρηματιστήριο».

Εκτός αυτού του ζητήματος, όμως, σοβαρό προβληματισμό δημιουργεί το πού θα κατευθυνθούν τελικά οι μετοχές που θα λάβει το Δημόσιο και το ενδεχόμενο αυτές να μην μπορέσουν να περάσουν σε χέρια ιδιωτών, δεδομένου ότι θα πρόκειται για μετοχές μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο τραπεζικών εταιρειών, που θα είναι πολύ δύσκολο να προσελκύσουν ενδιαφέρον ιδιωτών επενδυτών.

Πάντως, μπροστά σε αυτά τα προβλήματα, ενδεχομένως να ενισχυθεί πολιτικά η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος, που η κυβέρνηση ως τώρα αποφεύγει να υιοθετήσει, για τη δημιουργία μιας bad bank, στην οποία θα εισφερθούν «κόκκινα» δάνεια μαζί με αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, μια διαδικασία που φαίνεται πολύ πιο ορθόδοξη για τη διαχείριση του προβλήματος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, σε σχέση με τα σενάρια που εξετάζει η κυβέρνηση.