Τράπεζες

Γέφυρα 2: «Με το μαχαίρι στο λαιμό» οι κόκκινοι δανειολήπτες


Οι επιχειρηματίες που θα ζητήσουν κρατική επιδότηση είναι υποχρεωμένοι σε 2,5 μήνες να ρυθμίσουν με την τράπεζα τα δάνειά τους

Λίγες χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και επαγγελματίες, από τους έως και 150.000 που υπολογίζεται ότι μπορούν να ωφεληθούν, έχουν υποβάλει ως τώρα αίτηση για την επιδότηση στις δόσεις των δανείων τους από το πρόγραμμα Γέφυρα 2, ενώ απομένει περίπου ένας μήνας ως τις 9 Μαΐου, οπότε και λήγει η προθεσμία για αιτήσεις. «Με το μαχαίρι στο λαιμό» θα βρεθούν οι κόκκινοι δανειολήπτες που θα διεκδικήσουν επιδότηση και θα κληθούν να διαπραγματευθούν με τις τράπεζες από θέση πλήρους αδυναμίας.

Το πρόγραμμα Γέφυρα 2 για τις επιχειρήσεις, όπως και το πρώτο αντίστοιχο πρόγραμμα που απευθυνόταν σε φυσικά πρόσωπα, έχει πολύ αυστηρούς όρους για όσους ζητούν να επιδοτηθούν για μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Προβλέπει, ειδικότερα, ότι:

Ένας δανειολήπτης μπορεί να καταθέσει την αίτησή του στην ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα, ανεξαρτήτως αν το δάνειό του είναι «πράσινο» (εξυπηρετούμενο) ή «κόκκινο» (μη εξυπηρετούμενο).

Όμως, όταν φθάσει στο πέμπτο και τελευταίο βήμα, δηλαδή στην καταβολή από το κράτος της επιδότησης, ο κόκκινος δανειολήπτης παίρνει διαφορετική πορεία από τον πράσινο, οποίος αμέσως θα λάβει την επιδότηση, δηλαδή από τις 31 Μαΐου (με αναδρομική πληρωμή και της δόσης του Απριλίου).

Αντίθετα, ο κόκκινος δανειολήπτης πρέπει να περάσει… δια πυρός και σιδήρου, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα καταφέρει να εξασφαλίσει τελικά την επιδότηση. Το πρόγραμμα προβλέπει ότι, εάν το επιχειρηματικό δάνειο είναι μη εξυπηρετούμενο, τότε ο οφειλέτης θα πρέπει πρώτα να ρυθμίσει το δάνειό του, το αργότερο έως τις 15 Ιουλίου, και εν συνεχεία θα γίνει η καταβολή της επιδότησης, η οποία ξεκινά 1 μήνα μετά τη σύναψη σύμβασης ρύθμισης δανείου με την τράπεζα ή τον διαχειριστή δανείου.

Δύσκολη η ρύθμιση 

Η ρύθμιση ενός ή περισσότερων μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι, σε κανονικές συνθήκες, μια πολύ δύσκολη υπόθεση που χρειάζεται πολύ χρόνο, όπως γνωρίζουν καλά όσοι έχουν εμπλακεί σε αυτές τις διαδικασίες. Ακόμη χειρότερα, όμως, στην περίπτωση όσων θέλουν να ρυθμίσουν δάνεια για να επιδοτηθούν από το πρόγραμμα Γέφυρα 2, η διαπραγμάτευση γίνεται με… σημαδεμένη τράπουλα υπέρ της τράπεζας, αφού ο δανειολήπτης γνωρίζει ότι έχει ένα χρονικό περιθώριο περίπου 2,5 μηνών για κλείσει συμφωνία, αλλιώς θα πρέπει να… αποχαιρετήσει την κρατική επιδότηση.

Οι τράπεζες αναμένεται ότι θα εκμεταλλευθούν την περίσταση για να αποσπάσουν από τους κόκκινους δανειολήπτες περισσότερα, μέσω ρύθμισης, από όσα θα λάμβαναν σε άλλες συνθήκες. Στην ημερήσια διάταξη αναμένεται ότι θα βρεθούν, μάλιστα, οι απαιτήσεις των τραπεζών για περισσότερες εξασφαλίσεις, ώστε να κατοχυρώσουν καλύτερα τη θέση τους έναντι των δανειοληπτών. Επιπλέον, παραμένει άγνωστο αν θα ζητήσουν τη ρύθμιση μόνο των δανείων για τα οποία ζητούν επιδότηση οι δανειολήπτες, ή αν θα εκμεταλλευθούν την ευκαιρία για να ζητήσουν ρύθμιση και άλλων δανείων, ακόμη και καταναλωτικών, που μπορεί να βαρύνουν ένα μικρομεσαίο επιχειρηματία ή επιτηδευματία.

Το μόνο στοιχείο που ίσως «ελαφρύνει» τη θέση των κόκκινων δανειοληπτών είναι το γεγονός ότι και οι τράπεζες βρίσκονται υπό έντονη πίεση να διευκολύνουν την ένταξή τους στο πρόγραμμα κρατικής επιδότησης, δεδομένου ότι από τα δάνεια που πέρασαν σε αναστολή λόγω της πανδημίας και τώρα επιχειρείται να περάσουν σε κανονική εξυπηρέτηση πολύ μεγάλο μέρος ήταν μη εξυπηρετούμενα, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στα υπόλοιπα τραπεζικά συστήματα της ευρωζώνης, όπου στο μορατόριουμ εντάχθηκε πολύ μικρό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Σύμφωνα με στοιχεία που έχει δημοσιεύσει η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή, οι ελληνικές τράπεζες έχουν, με πολύ μεγάλη διαφορά, το υψηλότερο ποσοστό δανείων που όταν μπήκαν σε αναστολή κατατάσσονταν ήδη στα μη εξυπηρετούμενα. Το ποσοστό τους φθάνει το 17,5%, έναντι μέσου όρου μόλις 3% για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Αυτά τα δάνεια, ύψους 3,9 δισ. ευρώ περίπου, οι τράπεζες δεν τα έχουν καλύψει με επαρκείς προβλέψεις, καθώς το ποσοστό κάλυψης δεν ξεπερνούσε το 25%. Συνεπώς, οι τράπεζες έχουν το κίνητρο να πετύχουν υψηλό βαθμό ένταξης τέτοιων δανείων στο πρόγραμμα Γέφυρα, ώστε να αποφύγουν την εγγραφή μεγαλύτερων προβλέψεων που θα πλήξουν την κερδοφορία τους.

Διαβάστε επίσης